La poeta Αντιγόνη Κατσαδήμα (Antigoni Katsadima) traduce al griego ocho poemas de ‘Τα ονόματα του χιονιού’ (‘Los nombres de la nieve’) para la revista griega ‘ΧΑΡΤΗΣ 94’.

La poeta Αντιγόνη Κατσαδήμα (Antigoni Katsadima) traduce al griego ocho poemas de ‘Τα ονόματα του χιονιού’ (‘Los nombres de la nieve’) para la revista griega ‘ΧΑΡΤΗΣ 94’.

Publicación completa

Ποιήματα

ΧΑΡΤΗΣ 94 {ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026}

{Μετάφραση} Κείμενα

Μετάφραση: Αντιγόνη Κατσαδήμα

ΟΔιο­νί­σιο Λό­πεθ (Dionisio Lό­pez) γεν­νή­θη­κε στο Κά­θε­ρες το 1978 και σπού­δα­σε Ισπα­νι­κή Φι­λο­λο­γία. Σή­με­ρα ερ­γά­ζε­ται ως κα­θη­γη­τής λο­γο­τε­χνί­ας. Έχει δη­μο­σιεύ­σει δι­η­γή­μα­τα και ποι­ή­μα­τα σε διά­φο­ρες προ­σω­πι­κές εκ­δό­σεις και αν­θο­λο­γί­ες. Διευ­θύ­νει το λο­γο­τε­χνι­κό ιστο­λό­γιο Aves de paso.
Η συλ­λο­γή του Τα ονό­μα­τα του χιο­νιού (Ril Editores 2022) ξε­κι­νά με το ακό­λου­θο ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα αντί προ­λό­γου, για να μας θέ­σει ενώ­πιον του επι­κεί­με­νου βά­ρους της: «Τί­πο­τε δεν εί­ναι απλό ως αί­σθη­μα, το τραύ­μα ιδω­μέ­νο ως χιό­νι και μέ­σα από τα συ­στα­τι­κά του νοη­μα­το­δο­τεί­ται συμ­βο­λι­κά ως ο υπαρ­ξια­κός ορί­ζο­ντας του διαρ­κούς, του αιώ­νιου όπως το φως και ο συ­μπράτ­των χρό­νος».
Οι ποι­η­τι­κές ει­κό­νες συν­θέ­τουν την ψυ­χι­κή ανά­γκη επα­να­λαμ­βά­νο­ντάς την ως γλώσ­σα το­μών που δεν εγκα­τα­λεί­πει τον αγώ­να ού­τε της λεί­πει το πά­σχον υπο­κεί­με­νο, ο φο­ρέ­ας της μνή­μης και του τραύ­μα­τος. Το τραύ­μα διαυ­γά­ζει τη ζωή ως μια κα­τά συν­θή­κην έλ­λο­γη υπό­θε­ση για το πρω­τό­γο­νο, το αρ­χέ­τυ­πο και την τρα­γω­δία. Γι’ αυ­τό και κα­νέ­να στοι­χείο δεν εί­ναι ενι­σχυ­τι­κό του άλ­λου, αλ­λά το κα­θέ­να αυ­θύ­παρ­κτα ορί­ζει τη γλωσ­σι­κή οι­κο­νο­μία ως το απα­ραί­τη­το που πρέ­πει να τε­θεί υπό ανά­γνω­ση. Ο ποι­η­τής γί­νε­ται ο (ανα)γνώ­στης του πό­νου του.
Στην ποί­η­ση του Λό­πεθ εί­ναι πα­ρών ο χρό­νος που δεν αφή­νει τον πά­σχο­ντα ασυ­νό­δευ­το αλ­λά τον εγκλεί­ει σε ένα χρο­νι­κό πό­νου και κά­θαρ­σης. Αυ­τή έρ­χε­ται εν εξε­λί­ξει, μέ­σα από τους στί­χους, την κά­θε λέ­ξη αντι­μέ­τω­πη προς την άλ­λη, σε μία κα­τά μέ­τω­πον επί­θε­ση, ενό­σω η έντα­ση δεν χά­νε­ται από την εκ­φο­ρά των στί­χων αλ­λά αντι­θέ­τως τους με­του­σιώ­νει σε δυ­να­τή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λό­γου και (συν)τρι­βής. Ακό­μη μία φω­νή που μας δω­ρί­ζει το υλι­κό της μέ­σα από τη συγ­χρο­νία έρ­γου και βί­ου, για να ερ­χό­μα­στε αντι­μέ­τω­ποι με την αξία της γλώσ­σας και τους ορί­ζο­ντες που δια­μορ­φώ­νει διά των γλωσ­σών της.    § Α.Κ.



Ο Διονίσιο Λόπεθ

 

Σή­με­ρα φτά­νω εδώ τσα­κι­σμέ­νος από σκιά και φω­τιά

Έχω την επι­δερ­μί­δα με τον κισ­σό και το κρι­νά­κι.

Τα μά­τια μου ―προ­τού πέ­σουν― εί­δαν
το επι­κή­δειο φως του σώ­μα­τός του,
τη βα­θιά μυ­ρω­διά της θά­λασ­σας,
την πορ­φυ­ρή γεύ­ση της σκό­νης
και το ψέ­μα του ου­ρα­νού.

Σή­με­ρα φτά­νω εδώ ορ­φα­νός από όνο­μα,
με τη λέ­ξη ―δά­δα του χρό­νου―
για να φω­τί­σω τού­τη την ιστο­ρία
σάρ­κας, φω­τός κι ονεί­ρου.

Χιο­νιού και σιω­πής.

 

Από το «Πρώ­το βι­βλίο, το Λευ­κό»:

                                            Ι

Πέ­φτει το χιό­νι
επά­νω στο μα­ρα­μέ­νο άν­θος της επι­δερ­μί­δας μου
και ρί­χνει το φως της άμ­μου του
σε κά­θε γω­νιά αυ­τού του άδειου κου­τιού.

Πέ­φτει στο χρη­μα­τι­στή­ριο των μα­τιών μου
όπου ζουν σκο­τει­νά υπνο­δω­μά­τια,
τυ­φλοί λα­βύ­ριν­θοι,
συ­ντρι­βά­νια δί­χως άσμα και μνή­μη.

Πέ­φτει το χιό­νι
στο τζά­μι και τη σκιά
για να χαϊ­δέ­ψει έναν κρυ­φό κό­σμο, από­μα­κρο,
δο­σμέ­νο πί­σω τώ­ρα από εκεί­νη.

Πέ­φτει
στους αγρούς και τα σώ­μα­τα
απ’ όπου και η αδύ­να­τη λάμ­ψη της επι­δερ­μί­δας του.
Ανοί­γει την πλα­τεία των ώμων μου,
πλημ­μυ­ρί­ζει τον αέ­ρα με την ψυ­χή του
και φι­λά τα χεί­λη του στα χεί­λη μου,
τα μά­τια του στα μά­τια μου.

Το λευ­κό χιό­νι του γιου μου
πέ­φτει αιώ­νια επά­νω μου.

 

                        ΙΙ

― Ο ου­ρα­νός μάς λέ­ει ψέ­μα­τα, λέ­νε.
―Η ζωή εί­ναι ψέ­μα, επα­να­λαμ­βά­νω.

Εγώ μό­νο εί­δα, γιε μου,
το πρό­σω­πό σου σαν τη σκιά του άστρου
εδώ κι αιώ­νες εξα­φα­νι­σμέ­νου.

 

                        ΙΧ

Διέ­τρε­ξα το πο­τά­μι του θα­νά­του
μέ­σα από τα μά­τια σου

και το κε­νό τους
σαν ένας χει­μώ­νας
κόλ­λη­σε στη ζωή.

Τα βή­μα­τά μου αφή­νουν
μία ου­λή νε­ρού.

 

Από το «Δεύ­τε­ρο βι­βλίο, τη Σιω­πή»:

                        ΧΙ

Δεν ξέ­ρουν τί­πο­τα για το πα­γω­μέ­νο δά­κρυ στο μά­τι μου,
τον λα­βύ­ριν­θο από δια­δρό­μους τη νύ­χτα,
τη βρο­χή κρυ­φο­κρυ­στάλ­λων,
τον πο­τα­μό από μα­χαί­ρια στο λαι­μό.

Δεν θέ­λουν να ξέ­ρουν το κρυ­φό χρώ­μα του γέ­λιου μου,
το μυ­ρω­δι­κό ίχνος σου στην επι­δερ­μί­δα μου,
το σπί­τι σου από ρί­ζα και γη.

Εκεί­νοι προ­αι­σθά­νο­νται πως εγώ πια δεν ακούω τον κό­σμο,
διαι­σθά­νο­νται πως η φω­νή του εί­ναι ένας από­μα­κρος ήχος.

Κα­νείς δεν ρω­τά­ει, αλ­λά υπο­ψιά­ζο­νται
πως υπάρ­χει ένα ουρ­λια­χτό αί­μα­τος εντός μου,
μία σιω­πή τα­φό­πλα­κας στα μά­τια μου,
πως ζω πια μό­νο μέ­σα στη φω­νή των νε­κρών.

 

                        ΧVIII

Κά­θε­σαι πί­σω από τα τεί­χη
για να ρί­ξεις από πά­νω σου
όλο τον θά­να­το του σώ­μα­τός σου,
το ασο­βά­τι­στο ναυά­γιο των ημε­ρών.

Χω­ρίς να το επι­θυ­μείς
ανα­πνέ­εις έναν πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο
κι έτσι μα­θαί­νεις,
με­τά των υδά­των,
το πε­πρω­μέ­νο που θα εί­μα­στε.

 

Από το «Τρί­το βι­βλίο, το Γα­λά­ζιο»:

                        ΧΧII

ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΡΟ ΦΥΛΛΟ

Στο αρ­γό φθι­νο­πω­ρι­νό δεί­λι
με έναν ήλιο από βρο­χή και φως
πέ­φτει,
προς την κού­νια των χε­ριών μου,
το στερ­νό χρυ­σό­φυλ­λο.

Άπαξ και σπά­σει ο κρό­κος,
πέ­φτει
η κα­θα­ρή επι­δερ­μί­δα του ακτή
που σι­γο­φέρ­νει η θά­λασ­σα
και χο­ρεύ­ει
με τον αέ­ρα,
λευ­κό σε­ντό­νι αφρού,
παί­ζο­ντας ότι ονει­ρεύ­ε­ται
τη μο­να­δι­κή του πτή­ση.

Στο στα­μα­τη­μέ­νο φθι­νο­πω­ρι­νό δεί­λι,
ναυα­γό αί­μα­τος,
πέ­φτει
στον τά­φο των χε­ριών μου
το στερ­νό χρυ­σό­φυλ­λο.

Κά­θε μέ­ρα θα αι­σθά­νο­μαι
το βά­ρος του σώ­μα­τός σου
στα άδεια μου χέ­ρια.

 

                        XXIII

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΚΤΗ

Φτά­σα­με στο τέρ­μα της δια­δρο­μής
―το ξέ­ρω―.

Το χέ­ρι σου αφή­νει τον ήλιο του στο δέρ­μα μου,
το χά­δι μου σε φι­λά όπως το ατσά­λι.

Ξε­μα­κραί­νεις τό­σο γυ­μνός
σε ένα σύν­νε­φο κέ­δρου και τρια­ντά­φυλ­λων!

Μια θρα­κο­θά­λασ­σα πλημ­μυ­ρί­ζει το το­πίο
και σφυ­ρη­λα­τεί ένα τεί­χος πά­γου.

Ανα­χω­ρείς προς τα δά­ση
με την φω­τει­νή πα­τη­μα­σιά σου
προς τον χρό­νο στα άδεια χιό­νια.

Ανα­χω­ρείς
για να φτιά­ξεις μιαν εστία
ανά­με­σα στα σπα­σμέ­να άν­θη
της σιω­πής.



[ Από Τα ονό­μα­τα του χιο­νιού, Ril Editores 2022 ]

 

 

 





Poemas

Por Dionisio López

Traducción: Antígona Katsadima

Dionisio López nació en Cáceres en 1978 y estudió Literatura Española. Actualmente trabaja como profesor de literatura. Ha publicado cuentos y poemas en diversas publicaciones personales y antologías. Dirige el blog literario Aves de paso.
Su colección Los nombres de la nieve (Ril Editores 2022) comienza con la siguiente nota introductoria en lugar de un prólogo, para anticiparnos a su inminente peso: «Nada es tan simple como un sentimiento, trauma visto como nieve y a través de sus componentes se le otorga simbólicamente significado como horizonte existencial de lo permanente, lo eterno como la luz y el tiempo que la acompaña».
Las imágenes poéticas componen la necesidad psíquica repitiéndola como un lenguaje de secciones que no abandona la lucha ni carece del sujeto sufriente, portador de la memoria y el trauma. El trauma clarifica la vida como una hipótesis convencionalmente razonable sobre lo primitivo, el arquetipo y la tragedia. Por eso ningún elemento refuerza al otro, sino que cada uno define autoexistentemente la economía lingüística como aquello necesario que debe ser sometido a lectura. El poeta se convierte en el (re)lector de su dolor.
En la poesía de López, el tiempo está presente, no dejando al que sufre desamparado, sino envolviéndolo en un tiempo de dolor y catarsis. Esto se produce progresivamente, a través de las letras, cada palabra frente a la otra, en un ataque frontal, mientras que la tensión no se pierde en la pronunciación de las letras, sino que, por el contrario, las transforma en una poderosa realidad de habla y (co)fricción. Otra voz que nos dona su material a través de la sincronicidad de la obra y la vida, para que podamos enfrentarnos al valor del lenguaje y a los horizontes que este configura a través de sus lenguas.
§  A.K.




Dionisio López


Hoy llego aquí ajado de sombra y fuego.

 

Tengo la piel con la hiedra y la azucena.

 

Mis ojos —antes de caer— vieron

la luz fúnebre de su cuerpo,

el olor profundo del mar,

el sabor púrpura del polvo

y la mentira del cielo.

 

Hoy llego aquí, huérfano de nombre,

con la palabra —antorcha del tiempo—

para alumbrar esta historia

de carne, luz y sueño.

 

De nieve y de silencio.

 

 

De «Libro primero: Blanco»

 

I

 

Cae la nieve

sobre la flor marchita de mi piel

y suelta su luz de arena

en cada rincón de esta caja vacía.

 

Cae sobre la bolsa de mis ojos

donde viven habitaciones sombrías,

laberintos ciegos,

fuentes sin canto ni memoria.

 

Cae la nieve

sobre el cristal y la sombra

para acariciar un mundo oculto, remoto,

devuelto ahora por ella.

 

Cae

sobre los campos y los cuerpos

desde el imposible brillo de su piel;

abre la plaza de mis brazos,

inunda el aire con su alma

y besa sus labios con mis labios,

sus ojos con mis ojos.

 

La nieve blanca de mi hijo

cae eternamente sobre mí.

 

 

II

 

—El cielo nos miente —dicen.

—La vida es mentira —repito.

 

Yo solo vi, hijo mío,

tu rostro como la sombra de la estrella

desaparecida hace siglos.

 

 

IX

 

Recorrí el río de la muerte

a través de tus ojos

 

y su vacío

como un invierno

se ha pegado a la vida.

 

Mis pasos dejan

una cicatriz de agua.

 

 

 

De «Libro segundo: Silencio»

 

XI

 

Nada saben de la lágrima congelada en mi ojo,

del laberinto de pasillos en la noche,

de la lluvia de cristales escondidos,

del río de cuchillos en la garganta.

 

No quieren conocer el color oculto de mi risa,

la huella de tu olor en mi piel,

tu casa de raíz y tierra.

 

Ellos presienten que ya no escucho al mundo,

intuyen que su voz es un son lejano.

 

Nadie pregunta, pero sospechan

que hay un aullido de sangre en mí,

un silencio de lápida en mis oídos,

que ya solo vivo en la voz de los muertos.

 

 

XVIII

 

Te sientas tras los muros

para echar de ti

toda la muerte de tu cuerpo,

el desconchado naufragio de los días.

 

Sin quererlo

respiras un tiempo pasado

y así aprendes,

tras las aguas,

el destino que seremos.

 

 

 

De «Libro tercero: Azul»

 

XXII

 

A UNA HOJA SECA

 

En la tarde lenta de otoño,

con un sol de lluvia y luz,

cae,

hacia la cuna de mis manos,

la última hoja de oro.

 

Arrancada la yema,

cae

su limpia piel de playa

mecida por el mar

y baila

con el aire,

blanca sábana de espuma,

jugando a soñar

su único vuelo.

 

En la tarde detenida de otoño,

náufraga de sangre,

cae

a la tumba de mis manos

la última hoja de oro.

 

*

 

Cada día sentiré

el peso de tu cuerpo

sobre mis manos vacías.

 

 

XXIII

 

LA ÚLTIMA COSTA

 

Hemos llegado al fondo del camino

—lo sé—.

 

Tu mano deja su sol en mi piel,

mi caricia te besa como acero.

 

¡Te alejas tan desnudo

en una nube de cedro y rosas!

 

Un mar de brasas inunda el paisaje

y forja un muro de hielo.

 

Partes hacia los bosques

con tu pisar de luz,

hacia el tiempo de las nieves vacías.

Partes

para hacer un hogar

entre las flores rotas

del silencio.

 

[De Los nombres de la nieve, RIL Editores, 2022]

 


Comentarios

Entradas populares de este blog

El guardia que leía poesía (Un cuento portugués de Navidad)

Reseño 'La lentitud de los bueyes' y 'Memoria de la nieve' de Julio Llamazares (Ed. Cátedra), en Paraíso

Reseño 'Extravíos' de Daniel Casado, en El Espejo