La poeta Αντιγόνη Κατσαδήμα (Antigoni Katsadima) traduce al griego ocho poemas de ‘Τα ονόματα του χιονιού’ (‘Los nombres de la nieve’) para la revista griega ‘ΧΑΡΤΗΣ 94’.
La poeta Αντιγόνη Κατσαδήμα (Antigoni Katsadima) traduce al griego ocho poemas de ‘Τα ονόματα του χιονιού’ (‘Los nombres de la nieve’) para la revista griega ‘ΧΑΡΤΗΣ 94’.
Ποιήματα
Μετάφραση: Αντιγόνη Κατσαδήμα
ΟΔιονίσιο Λόπεθ (Dionisio Lόpez) γεννήθηκε στο Κάθερες το 1978 και
σπούδασε Ισπανική Φιλολογία. Σήμερα εργάζεται ως καθηγητής λογοτεχνίας.
Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και ποιήματα σε διάφορες προσωπικές
εκδόσεις και ανθολογίες. Διευθύνει το λογοτεχνικό ιστολόγιο Aves
de paso.
Η συλλογή του Τα ονόματα του χιονιού (Ril
Editores 2022) ξεκινά με το ακόλουθο εισαγωγικό σημείωμα αντί προλόγου,
για να μας θέσει ενώπιον του επικείμενου βάρους της: «Τίποτε δεν είναι
απλό ως αίσθημα, το τραύμα ιδωμένο ως χιόνι και μέσα από τα συστατικά
του νοηματοδοτείται συμβολικά ως ο υπαρξιακός ορίζοντας του διαρκούς,
του αιώνιου όπως το φως και ο συμπράττων χρόνος».
Οι ποιητικές εικόνες συνθέτουν την ψυχική ανάγκη επαναλαμβάνοντάς
την ως γλώσσα τομών που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα ούτε της λείπει το
πάσχον υποκείμενο, ο φορέας της μνήμης και του τραύματος. Το τραύμα
διαυγάζει τη ζωή ως μια κατά συνθήκην έλλογη υπόθεση για το πρωτόγονο,
το αρχέτυπο και την τραγωδία. Γι’ αυτό και κανένα στοιχείο δεν είναι
ενισχυτικό του άλλου, αλλά το καθένα αυθύπαρκτα ορίζει τη γλωσσική
οικονομία ως το απαραίτητο που πρέπει να τεθεί υπό ανάγνωση. Ο ποιητής
γίνεται ο (ανα)γνώστης του πόνου του.
Στην ποίηση του Λόπεθ είναι παρών ο χρόνος που δεν αφήνει τον πάσχοντα
ασυνόδευτο αλλά τον εγκλείει σε ένα χρονικό πόνου και κάθαρσης. Αυτή
έρχεται εν εξελίξει, μέσα από τους στίχους, την κάθε λέξη αντιμέτωπη
προς την άλλη, σε μία κατά μέτωπον επίθεση, ενόσω η ένταση δεν χάνεται
από την εκφορά των στίχων αλλά αντιθέτως τους μετουσιώνει σε δυνατή
πραγματικότητα λόγου και (συν)τριβής. Ακόμη μία φωνή που μας δωρίζει
το υλικό της μέσα από τη συγχρονία έργου και βίου, για να ερχόμαστε
αντιμέτωποι με την αξία της γλώσσας και τους ορίζοντες που διαμορφώνει
διά των γλωσσών της. § Α.Κ.
Ο Διονίσιο Λόπεθ
Σήμερα φτάνω εδώ τσακισμένος από
σκιά και φωτιά
Έχω την επιδερμίδα με τον κισσό και
το κρινάκι.
Τα μάτια μου ―προτού πέσουν― είδαν
το επικήδειο φως του σώματός του,
τη βαθιά μυρωδιά της θάλασσας,
την πορφυρή γεύση της σκόνης
και το ψέμα του ουρανού.
Σήμερα φτάνω εδώ ορφανός από όνομα,
με τη λέξη ―δάδα του χρόνου―
για να φωτίσω τούτη την ιστορία
σάρκας, φωτός κι ονείρου.
Χιονιού και σιωπής.
Από το «Πρώτο βιβλίο, το Λευκό»:
Πέφτει το χιόνι
επάνω στο μαραμένο άνθος της επιδερμίδας μου
και ρίχνει το φως της άμμου του
σε κάθε γωνιά αυτού του άδειου κουτιού.
Πέφτει στο χρηματιστήριο των ματιών μου
όπου ζουν σκοτεινά υπνοδωμάτια,
τυφλοί λαβύρινθοι,
συντριβάνια δίχως άσμα και μνήμη.
Πέφτει το χιόνι
στο τζάμι και τη σκιά
για να χαϊδέψει έναν κρυφό κόσμο, απόμακρο,
δοσμένο πίσω τώρα από εκείνη.
Πέφτει
στους αγρούς και τα σώματα
απ’ όπου και η αδύνατη λάμψη της επιδερμίδας του.
Ανοίγει την πλατεία των ώμων μου,
πλημμυρίζει τον αέρα με την ψυχή του
και φιλά τα χείλη του στα χείλη μου,
τα μάτια του στα μάτια μου.
Το λευκό χιόνι του γιου μου
πέφτει αιώνια επάνω μου.
― Ο ουρανός μάς
λέει ψέματα, λένε.
―Η ζωή είναι ψέμα, επαναλαμβάνω.
Εγώ μόνο είδα, γιε
μου,
το πρόσωπό σου σαν τη σκιά του άστρου
εδώ κι αιώνες εξαφανισμένου.
Διέτρεξα το ποτάμι
του θανάτου
μέσα από τα μάτια σου
και το κενό τους
σαν ένας χειμώνας
κόλλησε στη ζωή.
Τα βήματά μου αφήνουν
μία ουλή νερού.
Από το «Δεύτερο βιβλίο,
τη Σιωπή»:
ΧΙ
Δεν ξέρουν τίποτα
για το παγωμένο δάκρυ στο μάτι μου,
τον λαβύρινθο από διαδρόμους τη νύχτα,
τη βροχή κρυφοκρυστάλλων,
τον ποταμό από μαχαίρια στο λαιμό.
Δεν θέλουν να ξέρουν
το κρυφό χρώμα του γέλιου μου,
το μυρωδικό ίχνος σου στην επιδερμίδα μου,
το σπίτι σου από ρίζα και γη.
Εκείνοι προαισθάνονται πως εγώ πια δεν ακούω τον κόσμο,
διαισθάνονται πως η φωνή του είναι ένας απόμακρος ήχος.
Κανείς δεν ρωτάει,
αλλά υποψιάζονται
πως υπάρχει ένα ουρλιαχτό αίματος εντός μου,
μία σιωπή ταφόπλακας στα μάτια μου,
πως ζω πια μόνο μέσα στη φωνή των νεκρών.
Κάθεσαι πίσω από τα
τείχη
για να ρίξεις από πάνω σου
όλο τον θάνατο του σώματός σου,
το ασοβάτιστο ναυάγιο των ημερών.
Χωρίς να το επιθυμείς
αναπνέεις έναν παρελθόντα χρόνο
κι έτσι μαθαίνεις,
μετά των υδάτων,
το πεπρωμένο που θα είμαστε.
Από το «Τρίτο βιβλίο, το Γαλάζιο»:
ΧΧII
ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΡΟ ΦΥΛΛΟ
Στο αργό φθινοπωρινό
δείλι
με έναν ήλιο από βροχή και φως
πέφτει,
προς την κούνια των χεριών μου,
το στερνό χρυσόφυλλο.
Άπαξ και σπάσει ο κρόκος,
πέφτει
η καθαρή επιδερμίδα του ακτή
που σιγοφέρνει η θάλασσα
και χορεύει
με τον αέρα,
λευκό σεντόνι αφρού,
παίζοντας ότι ονειρεύεται
τη μοναδική του πτήση.
Στο σταματημένο
φθινοπωρινό δείλι,
ναυαγό αίματος,
πέφτει
στον τάφο των χεριών μου
το στερνό χρυσόφυλλο.
Κάθε μέρα θα αισθάνομαι
το βάρος του σώματός σου
στα άδεια μου χέρια.
XXIII
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΚΤΗ
Φτάσαμε στο τέρμα της διαδρομής
―το ξέρω―.
Το χέρι σου αφήνει τον ήλιο του στο
δέρμα μου,
το χάδι μου σε φιλά όπως το ατσάλι.
Ξεμακραίνεις τόσο γυμνός
σε ένα σύννεφο κέδρου και τριαντάφυλλων!
Μια θρακοθάλασσα πλημμυρίζει το
τοπίο
και σφυρηλατεί ένα τείχος πάγου.
Αναχωρείς προς τα δάση
με την φωτεινή πατημασιά σου
προς τον χρόνο στα άδεια χιόνια.
Αναχωρείς
για να φτιάξεις μιαν εστία
ανάμεσα στα σπασμένα άνθη
της σιωπής.
[ Από Τα ονόματα
του χιονιού, Ril Editores 2022 ]
Poemas
Por Dionisio López
Traducción: Antígona Katsadima
Dionisio López
Hoy llego aquí ajado de sombra y fuego.
Tengo la piel con la hiedra y la azucena.
Mis ojos —antes de caer— vieron
la luz fúnebre de su cuerpo,
el olor profundo del mar,
el sabor púrpura del polvo
y la mentira del cielo.
Hoy llego aquí,
huérfano de nombre,
con la palabra —antorcha
del tiempo—
para alumbrar
esta historia
de carne, luz y
sueño.
De nieve y de
silencio.
I
Cae la nieve
sobre la flor marchita de mi piel
y suelta su luz de arena
en cada rincón de esta caja vacía.
Cae sobre la bolsa de mis ojos
donde viven habitaciones sombrías,
laberintos ciegos,
fuentes sin canto ni memoria.
Cae la nieve
sobre el cristal y la sombra
para acariciar un mundo oculto, remoto,
devuelto ahora por ella.
Cae
sobre los campos y los cuerpos
desde el imposible brillo de su piel;
abre la plaza de mis brazos,
inunda el aire con su alma
y besa sus labios con mis labios,
sus ojos con mis ojos.
La nieve blanca de mi hijo
cae eternamente sobre mí.
II
—El cielo nos miente —dicen.
—La vida es mentira —repito.
Yo solo vi, hijo mío,
tu rostro como la sombra de la estrella
desaparecida hace siglos.
IX
Recorrí el río de la muerte
a través de tus ojos
y su vacío
como un invierno
se ha pegado a la vida.
Mis pasos dejan
una cicatriz de agua.
De «Libro segundo: Silencio»
XI
Nada saben de la lágrima congelada en mi
ojo,
del laberinto de pasillos en la noche,
de la lluvia de cristales escondidos,
del río de cuchillos en la garganta.
No quieren conocer el color oculto de mi
risa,
la huella de tu olor en mi piel,
tu casa de raíz y tierra.
Ellos presienten que ya no escucho al
mundo,
intuyen que su voz es un son lejano.
Nadie pregunta, pero sospechan
que hay un aullido de sangre en mí,
un silencio de lápida en mis oídos,
que ya solo vivo en la voz de los
muertos.
XVIII
Te sientas tras los muros
para echar de ti
toda la muerte de tu cuerpo,
el desconchado naufragio de los días.
Sin quererlo
respiras un tiempo pasado
y así aprendes,
tras las aguas,
el destino que seremos.
De «Libro tercero: Azul»
XXII
A UNA HOJA SECA
En la tarde lenta de otoño,
con un sol de lluvia y luz,
cae,
hacia la cuna de mis manos,
la última hoja de oro.
Arrancada la yema,
cae
su limpia piel de playa
mecida por el mar
y baila
con el aire,
blanca sábana de espuma,
jugando a soñar
su único vuelo.
En la tarde detenida de otoño,
náufraga de sangre,
cae
a la tumba de mis manos
la última hoja de oro.
*
Cada día sentiré
el peso de tu cuerpo
sobre mis manos vacías.
XXIII
LA ÚLTIMA COSTA
Hemos llegado al fondo del camino
—lo sé—.
Tu mano deja su sol en mi piel,
mi caricia te besa como acero.
¡Te alejas tan desnudo
en una nube de cedro y rosas!
Un mar de brasas inunda el paisaje
y forja un muro de hielo.
Partes hacia los bosques
con tu pisar de luz,
hacia el tiempo de las nieves vacías.
Partes
para hacer un hogar
entre las flores rotas
del silencio.
[De Los nombres de la nieve, RIL
Editores, 2022]



.jpeg)
Comentarios